Σωτήρης Παστάκας: Τρία ποιήματα
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ
Μόνον ο έρωτας χορηγεί τον ύπνο στο κέντρο της Αθήνας.
Οι ρυπαροί ήχοι αποδεκατίζονται
στα πόδια του κρεβατιού.
Όσοι επιζούν σέρνονται ως το μπαλκόνι και γκρεμίζονται.
Είναι την ώρα που ο αγαθός θεός του ξενοδοχείου
πετάει έξω την ανάσα του: το πέτρινο αερικό
ταξιδεύει στο ανατολίτικο μεσημέρι, η κουρτίνα
κοκαλώνει τις πτυχές της, κι ένας άνθρωπος
που κοιμάται είναι όλοι οι άνθρωποι.
Δύο άνθρωποι που κοιμούνται: η Μαρία, ο Γιώργος.
ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΚΟΝΤΑ ΣΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑ
Κοντά στα σαράντα τού έτυχαν μαζί
ένας πρώτος γάμος κι ένα δεύτερο βιβλίο.
Απλή πράξη αποταμιεύσεως η ωριμότητα-
ποιος το είπε; Κατασπατάλησε ό,τι κι αν είχε
και τώρα από το καινούριο του ρετιρέ,
όρθιος στο κέντρο της παρέας, με το άσπρο
λινό κοστούμι, το ανεπίκαιρο λευκό μπορσαλίνο
με τη μαύρη κορδέλα, υψώνει το ποτήρι του
στους καλεσμένους. Ας κρυφακούσουμε:
«Η ποίηση, αληθώς λέγω, δεν μας διασώζει
από τα σφάλματα του παρόντος. Παρηγοριά
και συναίνεση παραχωρεί για να επανα-
λαμβάνουμε, μικροί μου εν τέχνη αδελφοί,
διαρκώς βελτιωμένα: σε ένα τρίτο βιβλίο,
ένα δεύτερο γάμο.»
ΟΔΟΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ
Στον Μιχάλη Γκανά
Κατεβαίνοντας την Ακαδημίας δεν κατάλαβε
το κίτρινο φυλλαράκι ακακίας που ήρθε
και κάθισε στα μαλλιά του. Εν αγνοία του
ο κόσμος παραμέριζε για να περάσει,
απρόσκοπτη η πορεία του, πράσινο
και το επόμενο φανάρι. Δεν διέκρινε
τα ερωτικά βλέμματα που τον έραιναν,
τα ανεπίδοτα χαμόγελα, τα πρόσωπα
που του έγνεφαν με άκρατη αισιοδοξία
κι εμπιστοσύνη κι ευγένεια. Μόνο στον καθρέφτη
του ασανσέρ κατακόκκινος από ντροπή,
είδε το κίτρινο φυλλαράκι να αιωρείται
κάπου στο ύψος της γραβάτας του και χαμογέλασε,
αυτός, το τιμώμενο πρόσωπον της Τρίτης,
ο παρασημοφορημένος της καθημερινότητας.

