Τάσος Λειβαδίτης-Τρία ποιήματα

Τάσος Λειβαδίτης
Τρία ποιήματα
Τὰ πιὸ ὡραῖα ποιήματα δὲ θὰ γραφτοῦν ποτέ
Κάποτε μιὰ νύχτα
θ' ἀνοίξω τὰ μεγάλα κλειδιὰ τῶν τρένων
γιὰ νὰ περάσουν οἱ παλιὲς μέρες
οἱ κλειδοῦχοι θὰ ‘χουν πεθάνει,
στὶς ράγιες θὰ φυτρώνουν μαργαρίτες
ἀπ' τὰ παιδικά μας πρωινά
κανεὶς δὲν ἔμαθε ποτὲ πῶς ἔζησα,
κουρασμένος ἀπὸ τόσους χειμῶνες
τόσα τρένα ποὺ δὲ σταμάτησαν πουθενά,
τόσα λόγια ποὺ δὲν εἰπώθηκαν,
οἱ σάλπιγγες βράχνιασαν,
τὶς θάψαμε στὸ χιόνι
ποὺ εἶμαι;
γιατὶ δὲν παίρνω ἀπάντηση στὰ γράμματά μου;
κι ἂν νικηθήκαμε
δὲν ἦταν ἀπ' τὴν τύχη ἢ τὶς ἀντιξοότητες,
ἀλλὰ ἀπ' αὐτὸ τὸ πάθος μας γιὰ κάτι πιὸ μακρινό
κι ὁ ἀγέρας ποὺ κλείνει ἀπότομα τὶς πόρτες
καὶ μένουμε πάντοτε ἔξω
ὅπως ἀπόψε σὲ τοῦτο τὸ ἔρημο τοπίο
ποὺ παίζω τὴν τυφλόμυγα
μὲ τοὺς νεκρούς μου φίλους.
Ὅλα τελειώνουν κάποτε.
Λοιπόν, ἀντίο!
Τὰ πιὸ ὡραῖα ποιήματα
δὲ θὰ γραφτοῦν ποτέ…
Ποῦ εἶσαι


Ποῦ εἶσαι
Ἔβρεχε ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ἔβρεχε
ἀνέβηκα τὰ σκαλιὰ κανεὶς στὴν κάμαρα
Ἔβρεχε; ἔτρεμε στ᾿ ἀνοιχτὸ παράθυρο ἡ κουρτίνα
Ἔβρεχε…
«Φεύγω μὴ ζητήσεις νὰ μὲ βρεῖς. Ἀγαπῶ ἄλλον!», ἔγραφε
Ἀγαπῶ ἄλλον;
Ποῦ εἶσαι; Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει, κρυώνω;
Ποῦ εἶσαι; Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει, κρυώνω;
Οἱ δρόμοι λασπωμένοι, κίτρινα φῶτα, ἔβρεχε
Ζευγάρια ἀγκαλιασμένα κάτω ἀπ᾿ τὶς ὀμπρέλες τους
σὲ λίγο θὰ ἀνάβουνε τὸ φῶς
Θὰ κοιτάζονται στὰ μάτια καὶ θὰ πετᾶν ἀπὸ πάνω τους ὅλη τὴ μοναξιὰ
Οἱ φωτεινὲς ρεκλάμες ἀνοιγοκλείνουνε τὰ μάτια τους
Ὅλα στὴν ἐποχὴ μᾶς διαφημίζονται γιατί ὄχι καὶ αὐτὸ …
Ἔβρεχε
«Ἀγαπῶ ἄλλον!»
Μὲ κόκκινα πελώρια γράμματα θὰ ᾿τᾶν ὑπέροχη διαφήμιση
γιατί ὄχι καὶ αὐτό: «Ἀγαπῶ ἄλλον!»
«Θὰ ἀγαπῶ ἄλλον»;
Ποῦ εἶσαι;
Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει κρυώνω
Ποῦ εἶσαι;
Ἀλλὰ τὰ βράδια
Καὶ νὰ ποὺ φτάσαμε ἐδῶ
Χωρὶς ἀποσκευὲς
Μὰ μ᾿ ἕνα τόσο ὡραῖο φεγγάρι
Καὶ ἐγὼ ὀνειρεύτηκα ἕναν καλύτερο κόσμο
Φτωχὴ ἀνθρωπότητα, δὲν μπόρεσες
οὔτε ἕνα κεφαλαῖο νὰ γράψεις ἀκόμα
Σὰ σανίδα ἀπὸ θλιβερὸ ναυάγιο
ταξιδεύει ἡ γηραιά μας ἤπειρος
Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Βέβαια ἀγάπησε
τὰ ἰδανικά της ἀνθρωπότητας,
ἀλλὰ τὰ πουλιὰ
πετοῦσαν πιὸ πέρα
Σκληρός, ἄκαρδος κόσμος,
ποῦ δὲν ἄνοιξε ποτὲ μίαν ὀμπρέλα
πάνω ἀπ᾿ τὸ δέντρο ποὺ βρέχεται
Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Ὕστερα ἀνακάλυψαν τὴν πυξίδα
γιὰ νὰ πεθαίνουν κι ἀλλοῦ
καὶ τὴν ἀπληστία
γιὰ νὰ μένουν νεκροὶ γιὰ πάντα
Ἀλλὰ καθὼς βραδιάζει
ἕνα φλάουτο κάπου
ἢ ἕνα ἄστρο συνηγορεῖ
γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα
Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Καθὼς μένω στὸ δωμάτιό μου,
μοῦ ᾿ρχονται ἄξαφνα φαεινὲς ἰδέες
Φοράω τὸ σακάκι τοῦ πατέρα
κι ἔτσι εἴμαστε δύο,
κι ἂν κάποτε μ᾿ ἄκουσαν νὰ γαβγίζω
ἦταν γιὰ νὰ δώσω
ἕναν ἀέρα ἐξοχῆς στὸ δωμάτιο
Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Κάποτε θὰ ἀποδίδουμε δικαιοσύνη
μ᾿ ἕνα ἄστρο ἢ μ᾿ ἕνα γιασεμὶ
σὰν ἕνα τραγοῦδι ποὺ καθὼς βρέχει
παίρνει τὸ μέρος τῶν φτωχῶν
Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!
Δῶς μου τὸ χέρι σου..
Δῶς μου τὸ χέρι σου


