Πε. Ιούλ 30th, 2026

Χρήστος Ντάντος Τρία Ποιήματα

Christos Ntantos tria poiimata
Χρήστος Ντάντος Τρία Ποιήματα...

Γιατί μετά σε ανεξέλεγκτη κατάντησα χρεία
και δάκρυα μ’ έβαφαν αϊτονύχια μοβ
(που ο πολυνίκης έρωτας, έχανε καθαρά πλέον)
θολά με πλαγιοκοπούσαν παράπονα
χόχλαζαν πικρίες αδιάκοπες –κίτρινες
φλύκταινες– κι εμποδισμό δεν είχαν.

Και γύρισα κατά τον Σολωμό γονυπετής
και αναποφάσιστον έως μέθης τον βρήκα
κι ενοχλημένη στο τηλέφωνο μόλις
ακουομένη όλο η Μοσχούλα Παπαδιαμάντη μ’
απάνταγε.

Στα λιμασμένα μάτια των πουλιών πότε
σκουλήκι και πότε γυάλινο αμύγδαλο παρήκμαζα.
Μα κάπου θα σταλάζει δροσερός ο λυγμός.
Κάπου η θλίψη, αποσταγμένο θα καίει
σκοτάδι για μεγάλες της συγχώρεσης ταχύτητες.
Κάπως –αδύναμοι ώμοι– θα βλασταίνουν
φτερά για χρυσόμηλα ιπτάμενων κήπων…

Κι έλυσα των γλωσσών τα σκυλιά θηρεύοντας
έντιμα.
Η ζωή ξετυλίγεται πάλι και πάλι και το
γνέμα καλά που μπερδεύεται, κόμπους κόμπους
χτενάκια τρελά ξεμαλλιάσματα, δεδουλευμένα
χρονών.
Δωμάτια-κελιά του ανέμου τη γνέθουν
κι ασβεστώνουν τον λόγο, κι ασβεστώνουν το μνήμα
πουλόβερ των ονείρων δολοπλέκοντας.
Και κατάρτι μπηγμένος στου μυαλού το
κατάστρωμα όπου μου ’λαχε δεμένος, με τραγούδια να
δέρνομαι τι! συντρόφους επίλεκτους ολοένα
νηστεύοντας τι! φεγγάρια Ιονίου γεμάτα,
σερβιρισμένα στο κάδρο –πιάτα με το γάλα πουλιών, αδοκίμαστα
πιάτα– κι έκατσα βαθιά αδερφοί πεινασμένος
και ποτέ μου δεν χόρτασα.



Κι εσύ που σκύβεις στης νύχτας τις
διογκωμένες θηλές τα δάκρυα της πληρότητας να θηλάσεις
στων πιο χωμάτινων σκέψεων τις μύτες να σηκωθείς από τα σύννεφα το επιούσιο γάλα ν’
αρμέξεις…

(κι η μέρα – ω ολόλαμπρη μέρα στων μηνών
τη σκοταύγεια
βρίσκει πνοή να διαγράψει στο μπλε την
άψογή της καμπύλη
από χέρι μοιρογνωμόνιο λες, από
πόθο-διαβήτη
ανύποπτη για το δειλινό των πολύχρωμων
τύψεων)…

Κι εγώ που πήρα τις τεθλασμένες των
άστρων
για μυστικού θησαυρού χάρτη της
ύπαρξης
κι εγώ που μάζεψα τις διαλεγμένες
πέτρες
στο χαίνον στόμα τής νύχτας μου να ρίξω το απύθμενο βάραθρο «προς τι, προς τι
όλ’ αυτά» να γεμίσω…
ίδιοι είμαστε, ένα και το αυτό, ουσία
μία.

Τώρα που λιώνει, ηλικία υπέρθερμη κάθε
πλάνης το χιόνι
κι αποκαλύπτονται θλιβεροί βιοθεωριών
σκελετοί
μένει μονάχα μια τόση δα σταλίτσα
καινούργιας ζωής
απ’ το χοντρόχερό σου να κρατηθεί,
σωστά να οδηγηθεί
να συνουσιαστεί ο χρόνος με την έμφυτη
τρυφερότητά της
να κυλίσει τη ρόδα της η ξεγνοιασιά
–χάριν παιδιάς και μόνο–
να διασφαλιστούν οι νέες θέσεις
παραδείσου παιδικής ηλικίας
κι οι άδειες ευρεσιτεχνίας ακόλουθα
αλλιώτικων τρόπων ζωής.

Αν ήταν τσάμπα να καταναλώνεις το
ακριβό οξυγόνο
την καλοσύνη των προγόνων σου χωρίς δυο φύλλα φωτοσύνθεσης να βγάλεις δύο τσαμπιά γλυκόλογα να πεις, δεν ξέρω τόση φιλαυτία, τόσος μιαρός
εγωισμός,
αυτό το υπέρβαρο άχθος αρούρης που θα
χόντραινες

(πολυπροκλητικό εις βάρος του παντός κι
ανυποχρέωτο)
και πώς δεν θα ο μέγας αρουραίος σου
εκαταντούσε
το εκδικητικό – κατά του εαυτού του στο
τέλος στραμμένο

διεστραμμένο χρονοτρωκτικό.



Christos Ntantos tria poiimata
Χρήστος Ντάντος Τρία Ποιήματα...
Christos Ntantos tria poiimata
Χρήστος Ντάντος Τρία Ποιήματα...


Τα μαλλιά σου περιπλέκουν τα πράγματα.
Με στόματα-βεντούζες μιλάνε αναρριχώνται στο στήθος με χρησιμοποιούν.
Να λυπηθεί ο χρόνος τα χέρια μου.
Σε κενό θερμοκήπιο καταγράφουν πυκνότητα
απουσία νοήματος πόση.

Φυτρωμένα αγριόχορτα αισθήματα
και στις ρωγμές του τσιμέντου ακόμη.
Χτενίζω τα επουσιώδη με δάχτυλα τα κάνω πλεξίδες
τους βάζω ένα φιογκάκι έτσι χωρίς λόγο.

Αν σηκωθεί εκείνος ο τύραννος αέρας
και ελεύθερα κυλίσει η πέτρα απ’ τη μνήμη
θα προτάξω φωτογραφίες αθωότητας.

Ξεχορταριάζω.
Μου πέφτει το σαπισμένο ρόδι.
Σκόνη μπλε το κάποτε κόκκινο.
Έπειτα ούτε κι αυτή.
(Μάτια καρποφόρα
σώστε τους καρπούς απ’ τα μάτια της
σώστε με απ’ το κενό της αίνιγμα επιλύστε με).

Ώρα πολλή κοιτάζω τους βοστρύχους.
Ποιο πένθος θα τους ρίξει καταγής!
Στη γυάλινη φρουτιέρα κατακίτρινα
‒κρυμμένο το σκουλήκι μέσα τους‒
κυδώνια και λογιών φάρμακα
γινωμένα κι αγίνωτα.




Κι ίσως να άνοιγε αίφνης η ξεκλείδωτη
πόρτα αέρας να έμπαινε ο παλιός εαυτός
όλο να καταλάβει το δωμάτιο όλο
(όπου εγκαταβιούσε η ψυχή έκτοτε)
ν’ αρχίσουν ιδέες παλιές ιλιγγιώδη
αιώρηση έπιπλα ογκώδη μειωμένης βαρύτητας
μειωμένου προσανατολισμού (όχι έρματος όχι)
πρώην δεδομένα κι ασάλευτα (πρώην
πρώην)
χαρτιά ανυπότακτα να συγγράφονται μόνα
και να γελούν να βουρκώνουν τα μάτια
τους τελειωμένα κι αήττητα σε άβυσσο δόξας
που ποτέ να δημευθεί δεν θα γίνει ποτέ.

***

Κι αντ’ αυτού ένα σκέτο πουλί
ένας αγριοκόκορας
ήρθε κι επάτησε αβέβαια στο πιάνο
ωσάν πεταλούδα
(κι εμέ διόλου δεν φοβόταν, λες με
προέκτεινε)
ραμφίζοντας μαύρα κόκκαλα άσπρα κι
ανάμεσα νότες ανήκουστες του σκότους προνύμφες
έσκαζαν κάποτε παρεστιγμένες κι
ασύλληπτες και χορτασμός δεν υπήρχε μόνο η όρεξη
φούντωνε, οι σιωπές αντηχούσαν
‒πουπού! πουπού!‒ τα μισά και ολόκληρα
και τα δέκατα έκτα φτερά του κρυμμένα
αργά συμπυκνώνοντας ομορφιάς μία στάλα
(σαν απόσταξη φρέζιας νοητής ή
ως γλυκύτατο δάκρυ)
ομορφιάς φευγαλέας αδιανόητης
πάντως φευγαλέας
και που όρθωσε τώρα ερεθισμένης
κεφαλής μια βεντάλια, μόνο για σένα, μόνο για
σένα παρηγορήσου ψυχή μου
ό, τι σ’ επισκέφθη, εδώ ήταν πάντα του
εδώ ‒καθαρό προφυλαγμένο‒
η ματιά σου απόψε το σκούντηξε
δέξου δέξου το, παρηγορήσου
μ’ αυτό το λίγο ‒κρίμας‒ το τόσο λίγο,
το μικρό το απειροελάχιστο πολύ.

Christos Ntantos tria poiimata
Χρήστος Ντάντος Τρία Ποιήματα...

ByVassilis Lappas

ΒΑΣΙΛΗΣ Γ. ΛΑΠΠΑΣ Φωτογραφία, Ταξίδι, Διαφήμιση, (E-Shop), Αρθρογραφία, Σκηνοθεσία, Παραγωγή Οπτικοακουστικού υλικού, θέατρο, διαδίκτυο, (E-Shop). Δημιουργία διαφημιστικών Banner, PowerPoint κλπ. Για άμεση επικοινωνία : vassilislappas@classic63.com

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *