Αρχική ECHORAMA ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ : Ο ζωγράφος του διονυσιασμού και της ποίησης

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ : Ο ζωγράφος του διονυσιασμού και της ποίησης

1075
0
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Ο Γιώργος Πανουτσόπουλος αγάπησε τους ποιητές και εμπνεύστηκε απ’ αυτούς. Και η αγάπη αυτή υπήρξε αμοιβαία. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Πανουτσόπουλος είναι ιδιαίτερα γνωστός κυρίως στους λογοτεχνικούς κύκλους, καθώς ο ίδιος απέφυγε επιμελώς την εμπλοκή του στα λεγόμενα «κυκλώματα των ελλήνων εικαστικών»

Ο Γιώργος Πανουτσόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα 28 Φεβρουαρίου 1933. Ο πατέρας του ήταν σιδηροδρομικός από το Κάτω Λουτρό της Κορινθίας και η μητέρα του Αθηναία. Επιδιδόταν στην ζωγραφική από πολύ μικρός, το πρώτο υπογραμμένο και χρονολογημένο σχέδιο του που μας είναι γνωστό, είναι το Ζάππειον του 1941, καμωμένο δηλαδή όταν ήταν μόλις 8 ετών.

Στην Αθήνα πάει σχολείο ο Πανουτσόπουλος στην Σχολή Σαλβάνου και τελειώνει τις γυμνασιακές του σπουδές το 1952 στο 4° Γυμνάσιο Αθηνών. Τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής παίρνει από τον μεγάλο δάσκαλο των περισσοτέρων συγχρόνων ζωγράφων της γενιάς του Πάνο Σαραφιανό. Ορφανεμένος από πατέρα σε ηλικία 5 ετών, η μητέρα του ήθελε να τον σπουδάσει Αρχιτέκτονα.

Έτσι το 1955 βρίσκεται στην Βιέννη όπου σπούδασε όμως ζωγραφική και γλυπτική στην Akademie der Bildenen Kunst (1955 -1960) με δασκάλους τους R.H. Eisenmenger και P. Pieler και παράλληλα φοίτησε στην Αρχιτεκτονική στο τμήμα Ιστορίας της Τέχνης έχοντας καθηγητή τον Dr. K.Ginhart.

Στην Βιέννη ο Πανουτσόπουλος γνώρισε και παντρεύτηκε την Βιεννέζα γυναίκα του Use Nagl με την οποία απέκτησε την κόρη τους Ειρήνη.

Είχε την ευκαιρία να γνωρίσει στο βάθος του τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό και να μελετήσει μεγάλους ζωγράφους της Αυστριακής πρωτεύουσας της περιόδου αρτ νουβώ και φωβισμού. Το 1957 συνεργάστηκε με τον μεγάλο Αυστριακό ζωγράφο O. Kokoschka σε μία τοιχογραφία, στο Bad Voerslau bei Baden, στην Αυστρία. Ασχολείται επίσης με την σκηνογραφία και δούλεψε στο σκηνογραφικό τμήμα της Λαϊκής Όπερας της Βιέννης.

Με αφετηρία λοιπόν τους Γερμανούς Νεοφωβιστές και Νεοεξπρεσιονιστές μεταφέρει προοδευτικά τους προβληματισμούς του σε διάφορα είδη εικαστικής έκφρασης. Στο έργο του παρατηρούνται αλλού επιρροές από τη Βυζαντινή τέχνη, αλλού κυριαρχούν Φυσιοκρατικά στοιχεία σε συνδυασμό με σουρεαλιστικά σύμβολα, ενώ στο τέλος γίνεται στροφή στη λεγόμενη Βίαια “Χειρονομιακή” ζωγραφική.

Η ανήσυχη και ανικανοποίητη καλλιτεχνική πορεία του Πανουτσόπουλου πέρασε από στάδια κατασταλαγμένα σε αισθητικές εκφράσεις, στάδια στα οποία και σήμερα βλέπει κανείς ότι θα μπορούσε να σταματήσει και να ακολουθήσει ένα μανιερισμό εύκολο χωρίς ανησυχίες. Όμως ο Πανουτσόπουλος δεν ήθελε να επαναλαμβάνεται και να οριοθετείται αλλά να δίνει το δημιουργικό και το καινούργιο. Όσο υπάρχει χρώμα, θα τον ερεθίζει αισθητικά και η προσπάθεια του θα είναι πάντοτε να το υποτάξει μέσα σε φόρμες, που θα ικανοποιούν αυτόν σαν δημιουργό και τον θεατή του έργου του σαν καλό δέκτη αυτής της συγκινήσεως που βρήκε έκφραση στον πίνακα.

Την εξέλιξη της ζωγραφικής του Πανουτσόπουλου μπορούμε να την διακρίνουμε σε περιόδους και να δούμε τι αντιπροσώπευε κάθε μία από αυτές.

Στην περίοδο 1958-1960 οι ανθρώπινες φόρμες χαρακτηρίζονται από λίγες κυκλικές γραμμές με αφαιρετική τάση και τονίζονται με μαύρο παχύ περίγραμμα. Ένας καθαρά γεωμετρικός οίστρος, με σκληρή χρωματική υπόσταση και χωρίς καθόλου ενδιάμεσους τόνους, διαπνέει τα πάντα και μεταβάλλει σε στοχασμούς τις καμπύλης, αδιαφορώντας τελείως για τη γήινη δομή τους. Η καμπύλη γίνεται για αρκετό καιρό το ιδανικό μέτρο στην τέχνη του Πανουτσόπουλου. Ένας σταθερός δηλαδή, αριθμητικός παράγοντας με τον οποίο ο Καλλιτέχνης βάζει μια τάξη στην φαινομενική ακαταστασία, που διέπει τον ορατό κόσμο.

Στην περίοδο 1960-1967 έχει πλέον ελευθερωθεί από κάθε επίδραση και τα θέματα του είναι εμπνευσμένα από μία τυχαία παρατήρηση μιας μερμηγκοφωλιάς όπου κλαδάκια, φυλλαράκια, πετραδάκια και μια σταγόνα νερό, σε μεγέθυνση δίνουν δέντρα, φυλλώματα, βράχους, λίμνες. Ένα όραμα που αρχίζει και τελειώνει σε μια σπιθαμή γης. Αυτήν την σφριγηλή και χυμώδη γη, κατορθώνει να τη μετουσιώσει σε μεγάλη τέχνη με τη σειρά των έργων του “Χώματα”. Τα Ελληνικά χώματα όπως τα ένιωσε από μικρός, όπως τα φανταζόταν ξενιτεμένος, όπως τα αντίκρυσε επιστρέφοντας, όπως τα μελέτησε και τα ανέλυσε σα δημιουργός του χρωστήρα αποσπώντας κομμάτια και ζωγραφίζοντας τα άλλοτε σε εγκάρσια τομή και άλλοτε σε οπτική γωνία 45°-90°. Τα έργα του αυτά παρουσίασε το 1968 στο “Europa Center” στο Βερολίνο και στην Ελλάδα.

Στην τρίτη περίοδο 1970-1972 μεταφέρει τις εκφραστικές του αναζητήσεις στη σχέση ελαιογραφίας και κολλάζ. Στα έργα αυτά, δίνει προσωπικές ερμηνείες διαφόρων εκδηλώσεων της σύγχρονης ζωής του Ελληνικού λαού και κατορθώνει να επισημαίνει με βαθύτερο συναισθηματισμό διάφορες από τις χαρακτηριστικότερες σκηνές της.

Ακολουθεί η περίοδος 1973-1977 με τον γενικό τίτλο “Άνθρωποι, αθρώποι, ανθρωπάκια”. Αυτή τη φορά ο Πανουτσόπουλος μας κάνει κοινωνούς των παιδικών του βιωμάτων που προσπαθεί έμμεσα να τα διαφυλάξει και να τα καταστήσει άφθορα στο χρόνο, ζωγραφίζοντας αυλόγυρους με λουλουδιασμένα παρτέρια, γλάστρες με βασιλικά και γαρουφαλιές, σχοινιά με απλωμένα ρούχα και χελιδόνια στα ηλεκτροφόρα σύρματα.

Μονόχρωμες τονικές φόρμες του μπλε, του κόκκινου, του κίτρινου ανθρώπου, του καλού και του κακού στοιχείου. Από το 1978 βρίσκεται σ’ ένα νέο στάδιο αναζητήσεων αναλύσεων του χώρου μέσα σε γεωμετρικά ως επι το πλείστον σχήματα. Οι πίνακες του αυτοί τροποποιούν τη φύση στο εξαίσιο. Οι πολυκατοικίες γίνονται ποτάμια, που σέρνουν μαζί τους Ροδοπέταλα και κυκλάμινα. Απέραντες ευθείες διασχίζουν τον ορίζοντα, που προσπαθούν να φθάσουν τον Θεό. Απ’τα Ουράνια κατεβαίνουν κάτασπρα πουλιά λαλώντας απ’άκρη σ’άκρη το τραγούδι της καλοσύνης. Η ζωγραφική του αυτή είναι η πιο συνθετική ολοκληρωμένη και ώριμη, αφού στην ανάλυση της μπορούμε να βρούμε τα τελειότερα στοιχεία που υπάρχουν στις προηγούμενες περιόδους. Αυτά τα στοιχεία ανασύρονται σήμερα από το υποσυνείδητο του παρελθόντος και δένονται με μία ελεύθερη και αδέσμευτη από πρότυπα γραφή σε ένα σύνολο, που υπαγορεύει ο εσωτερικός του κόσμος και καταγράφει η δημιουργική δύναμη. Η μελέτη αυτή του Πανουτσόπουλου τον θεωρεί αρχηγό μιάς καινούργιας ζωγραφικής σχολής, του ζωγραφικού μεταβατισμού, του καινοτόμου στην ορολογία αυτή η οποία θα επιζήσει όχι σαν έμψυχο πείραμα μεγάλου ανατόμου και εκφραστή της γραφικής, αλλά σαν μεστό μήνυμα ζωγραφικής ανανέωσης σε ένα πρόωρα γερασμένο κόσμο επαναλήψεων, γεμάτο διαμαρτυρία και ελπίδα.

Η τελευταία του δουλειά στρέφεται στην βίαια, άγρια, “χειρονομιακή” ζωγραφική και τις κατασκευές, όπου κυριαρχεί μία υπαρξιακή φιλοσοφία, που επιλέγει συνειδητά το συναίσθημα, τη διαίσθηση αρνούμενος να δεί την πραγματικότητα, αρνούμενος τον εγκέφαλο, την γνώση, τη λογική νόηση. Μια ζωγραφική της ψυχής, της καρδιάς και του υποσυνειδήτου, που σε ορισμένα σημεία καταργούνται τα πάντα : σχέδιο, προοπτική, χρώμα, φόρμα.

Ο Πανουτσόπουλος ζεί και εργάζεται στην Αθήνα και σε κάθε ευκαιρία βρίσκεται στο σπίτι του στο αγαπημένο του χωριό Κάτω Λουτρό.

Από το 1993 είναι και καθηγητής στο ιδιωτικό Πανεπιστήμιο New York College όπου διδάσκει Παγκόσμια Ιστορία της Τέχνης, σχέδιο και ζωγραφική. Ασχολείται επίσης με την Γλυπτική, χαρακτική και σκηνογραφία καθώς και την εικονογράφηση βιβλίων και περιοδικών. Έχει εκδώσει τα λευκώματα : Πανουτσόπουλος Σχέδια (Αθήνα 1970), 6 Μονοτυπίες – Μεταξοτυπίες (Αθήνα 1979), 4+2 Χαρακτικά (Αθήνα 1981), Πανουτσόπουλος, Μινιατούρες, Μονοτυπίες (Αθήνα 1984). Είναι μέλος του «Algemeiner Kuenstlerverein» της Βιέννης.

Έργα του βρίσκονται στη Βιέννη : Museum der Mendernen Kunst, στην Graphisch Sarnmlung Albertina, στο Wiener Urania.

Στο Μόναχο Graphische ‘Sarnmlung , στο Βερολίνο Europa Center, στην Ελβετία Museum S.Gallen, στην Κτηματική Τράπεζα και σε πολλές ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το Εξωτερικό.

Έχει παρουσιάσει το έργο του σε ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και Εξωτερικό : Stephansdom – Βιέννη 1958, Staatsgemaelde -Στοκχόλμη 1958, Taehlen – Essen Γερμανία 1959, Europa Center -Βερολίνο 1968, Ροτόντα – Αθήνα 1968 και 1973, στο ατελιέ του 1978, Εγγονόπουλος 1980, Wiener Urania 1982, Εγγονόπουλος 1982, Μπεχράκη – Κόρινθος 1982, Αρχιτεκτονική 1984, Μπεχράκη – Κόρινθος 1984, Αντήνωρ 1985, Φάσμα 1987, Αγκάθι 1988, New York College 1994, Κάτω Λουτρό Κορινθίας 1998, κ.α.

Έχει πάρει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό : Neue Gallery – Lints – Αυστρία 1957, Graphische Sarnmlung – Μόναχο 1958, Latin – Malmoe – Σουηδία 1960, Paoli – S.Gallen -Ελβετία 1963, Europa Center – Βερολίνο 1968, Στοά τέχνης 13 – Αθήνα 1969, Europa Center – Βερολίνο 1972, Ροτόντα – Αθήνα 1973, Kunstgewerbe – Graz – Αυστρία 1977, Wiener Urania – Βιέννη 1982, The United Nations – Βιέννη 1983, Vienna International Centre – Βιέννη 1983, Dada – Αθήνα 1985, Αντήνωρ – Αθήνα 1985, Ιταλικό Ινστιτούτο, Θεσσαλονίκη 1986, Γκαλλερι της Ερσης – Αθήνα 1987 κ.α.

ΠΑΝΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ: Η ΕΚΡΗΚΤΙΚΗ ΕΠΑΦΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΣΜΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ

Mπροστά στο έργο του Γιώργου Πανουτσόπουλου έρχονται συνειρμικά στο νου οι σημασιολογικά αντίθετες έννοιες: ισορροπία-ταλάντωση, λογική-πάθος, αναζήτηση-τελείωση: μια αέναη αντίφαση, όπου τα πάντα κινούνται με διαλεκτική αντινομία, δίνοντας την εντύπωση εύρωστης δύναμης και πρωτογενούς ορμής. Γραμμές πού εμπλέκονται, ξαναβρίσκουν την αρχή τους, παραμορφώνουν και σφίγγουν την εικόνα σ’ ένα κλοιό οργής ή πόνου, με μια κίνηση χεριού πλούσια σε θετικά στοιχεία, οδηγημένη από μια ακαθόριστη μυστικιστική θέρμη, πού δίνει ένα βίαιο χαρακτήρα, μια νευρώδη οξύτητα και μια γνήσια γραφική και ποιητική ενέργεια.

Στον κατακερματισμένο κόσμο πού ζούμε ή τέχνη παραμένει μια δραστηριότητα χωρίς οριοθετήσεις, μια πρόκληση για συνεχή αγώνα. Αποκτά έτσι μια διευρυμένη έννοια και, γεφυρώνοντας πεδία γνώσεως, ενώνει τούς δύο πόλους του άνθρωπου: τη διαίσθηση και τη νόηση του, το χάος και την τάξη, ερμηνεύοντας έτσι έμπρακτα την Καντιανή θέση ότι ή καλλιτεχνική ομορφιά χαρίζει την ηδονή με την ελευθερία των προϊόντων και των μορφών, πού καλλιτεχνικά τελειωμένες, έχουν την αυτάρκεια της αρχιτεκτονικής του αισθητικού αντικειμένου. Ή οργανική και ή ανόργανη ζωή σχηματίζει σπείρες, μαιάνδρους, αστεροειδή. Αν θελήσει κανείς να μελετήσει τη φύση, μόνο με τη μορφή και τον αριθμό τη συλλαμβάνει. Αλλά μόλις τα σχήματα αυτά μπουν στο χώρο της τέχνης και στις ιδιαίτερες επιδόσεις της, αποκτούν μια νέα διάσταση και γεννούν συστήματα εντελώς νέα. Η μορφή αποκτά μια εξέχουσα ειδολογική αξία, πού επενεργεί ισχυρά πάνω στην αξία της γραμμής, την οποία μπορεί να απογυμνώσει ή να την κάνει να παρεκκλίνει ή να την κατευθύνει σε μια αυτοτελή ζωή. Και αυτό γιατί ή μορφή περιβάλλεται από μιαν αχλή. Είναι ακριβής προσδιορισμός του χώρου, αλλά και υπόδειξη άλλων μορφών, πού συνεχίζονται και απλώνονται μέσα στη φαντασία μέχρι του σημείου να παίρνουν μια νέα σημασία. Η φύση δημιουργεί και αυτή μορφές· στα αντικείμενα από τα οποία αποτελείται και στις δυνάμεις με τις οποίες κινεί τα αντικείμενα αυτά προσδίδει σχήματα και συμμετρίες, με τέτοιο τρόπο, ώστε από μερικούς ή φύση θεωρήθηκε ως έργο ενός καλλιτέχνη, εφευρέτη των συνδυασμών.

Ο Πανουτσόπουλος απέφυγε τον κίνδυνο να απογυμνώσει τη μορφή απ’ το περιεχόμενο της και να την κάνει ένα απλό περίγραμμα. Αντιμετώπισε τη μορφή σ’ όλη της την πληρότητα και σε όλες της τις όψεις, τη μορφή ως κατασκευή χώρου και περιεχόμενου, πού εκδηλώνεται με την ισορροπία των γραμμών, με τον τόνο και την απόχρωση. Διερευνά την χαρακτηριστική ουσία των μορφών μέχρι να αγγίξει την εσωτερική διάσταση τους, μέχρι να διαρρήξει το κέλυφος και να τις απελευθερώσει από το σκοτεινό εξαναγκασμό μιας «πε-ποιημένης» αλήθειας, θυσιάζοντας κάποτε, σκόπιμα, την ενάργεια για χάρη της ουσίας. Κάτω από τις μορφές του κρύβεται μια πρόσθεση συγκινησιακή και βουλητική, πού εκφράζει τη σχέση αναμετρήσεως του καλλιτέχνη και του θεατή με κάτι πού βρίσκεται πέρα από την υλική γραμμή. Ή σχέση αυτή έχει έναν χαρακτήρα πάρα πολύ έντονα ενεργητικό για να ερμηνευτεί ως μια απλή σχέση με το αντικείμενο, γιατί μας υποβάλλει τη σκέψη ότι ή πραγματικότητα μπορεί να αντιμετωπισθεί οιονεί αφηρημένα, ξεκινώντας από τη λειτουργία πού καλούνται τα αντικείμενα να επιτελέσουν μέσα στην εξουθενωτική καθημερινότητα. Η σκέψη αυτή μας οδηγεί στην άποψη ότι τα έργα του Πανουτσόπουλου έχουν μια ρεαλιστική αφαίρεση, διαφορετική από την καθαρή αφαίρεση…

-Δημήτρης Γιακουμάκης

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΠΙΝΑΚΕΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΝΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

Κοιτάζω την καινούργια δουλειά του φίλου μου του Γιώργου Πανουτσόπουλου. Θάλασσες, δέντρα, χρώματα, παραστάσεις, πρόσωπα και πίσω του, πολύ πίσω, μια ιστορία. Ένας άντρας και μια γυναίκα, μαζί. Ένας άντρας μόνος του. Μια γυναίκα επίσης μόνη της. Ο κύριος άξονας του έργου του. Πόσο μοιάζει όλος αυτός ο κύκλος, σκέπτομαι, με τους «ακρωτηριασμένους» ανθρώπους των νεοελλήνων ποιητών. Του Κακναβάτου, του Παπαδίτσα. Ο άντρας, ο «ξένος» (χρησιμοποιώ έναν δικό μου χαρακτηρισμό) όλων των ποιητών. Η γυναίκα, η «λυπημένη», ή καλύτερα, η «λησμονημένη του Σαχτούρη.

Μια ιστορία λοιπόν και εδώ, πίσω από τα νούμερα και τους τίτλους των πινάκων. Μια ιστορία του «ξένου» και της «λυπημένης», που δεν είναι παρά η ιστορία δύο ανθρώπων που η ζωή τους υπήρξε παράλληλη αλλά που στην ουσία ποτέ δεν «συναντήθηκαν», παγιδευμένοι κάτω από το βαρύ πέλμα της μοναξιάς τους. Φοβισμένοι κάτω από τις αόρατες μαχαιριές των παιδικών τους τραυμάτων, τραγικοί κάτω από την αδυναμία του έρωτα και της αγάπης να τους ενώσει. Στην πορεία τους αυτή θα προσπαθήσουν να ξαναγυρίσουν στις πηγές που τους γέννησαν ενώ στην ουσία δεν θα κάνουν τίποτα περισσότερο από το να προσπαθούν να «χωρέσουν» ο ένας στον άλλον, ζητώντας ο καθένας το δικό του αόρατο κομματάκι που κάποτε οι άλλοι επίμονα στην ζωή του αρνήθηκαν. Έτσι, ένας χορός από ξεχασμένες ταπεινώσεις θα γεννηθεί εδώ απόψε μπροστά σας, μέσα στα χρώματα. Μια καταστροφική δύναμη, όπου ο «ισχυρότερος» ή μάλλον ο πιο «αυτάρκης», θα βγει στο τέλος σε φαινομενικά «νικητής», μιας και μέσα σε έναν κόσμο «θωράκων» και «πανοπλιών», δεν μπορεί κανείς να περιμένει τίποτα το διαφορετικό. Ο ξένος θα παραμείνει αυτός που όλοι τον «συμπάθησαν», κανένας όμως δεν τον έμπασε στο σπίτι του. Η λυπημένη, (θα παραμείνει) η «βασίλισσα με την εύθραυστη αίγλη» της, με τις αδιόρατες πίκρες της ανάμεσα «στα φώτα του γλεντιού», με τις κρυφές αϋπνίες της, τα σταχτοδοχεία με τα είκοσι κάθε βράδυ σβησμένα τσιγάρα — κάθε ένα και μια ματαίωση — δεν είναι παρά μια έντονη ανάγκη να αγαπηθεί, μια καλυμμένη έμμονη αγωνία απέναντι στην μοναξιά και την νύχτα.

Θα γυρνάει πάντα μόνη στους δρόμους με πρόσωπο ακαθόριστο, φορτωμένο την μικρότητα των καιρών, σε έναν κόσμο στυγνό (παρά τα χρώματα της επιφάνειας των πινάκων) και αποτρόπαια παγιδευμένο στις ανεκπλήρωτες θελήσεις του και την τυραννική για αυτόν έλλειψη θάρρους και τόλμης. Θα γυρνάει μόνη. Θα είναι μόνη. Γιατί μέσα από αυτή την ζωή, (προσέξτε αυτό το αιμάτινο κόκκινο που κυριαρχεί στα έργα) θα οδηγείται στο μεγάλο σφαγείο του χρόνου. Στο μεγάλο εργαστήριο καταστολής των οραμάτων, του οποίου εργάτες είμαστε όλοι, με ανταμοιβή μια πενιχρή επίπλαστη ησυχία, έναν ελάχιστο «οβολό» βεβαρημένο με χιλιάδες ανεσταλμένες ονειρώξεις και χλωμούς ημιτελείς έρωτες μιας άνοιξης που το χορτάρι της είναι μαύρο (δείτε το) σαν την νύχτα, μικρόπνοο σαν την παραμορφωμένη συνείδηση μας.

Θα είναι μόνη, γιατί χιλιάδες «προδομένοι» θα ζουν μέσα στην τρομακτική νύχτα της αγρύπνιας της και αυτή θα κληθεί να βιώσει για πάντα το σκότος της μοναξιάς, σπέρνοντας σφαίρες σε όποιον την πλησιάζει, εγκυμονώντας την πίκρα και τον τελεσίδικο θάνατο, σε όποιον επαναπαύεται στην αόρατη θέληση της, σε όποιον επιζητάει την ταπεινή θαλπωρή ή την επιβεβαίωση μέσα σε αυτή την ακατάστατη και ατέρμονη θάλασσα, την ψυχή της. (Προσέξτε την και αυτή την θάλασσα). Μόνη και ανώνυμη. Ή μάλλον επώνυμη (υπάρχει το όνομά της αλλά εγώ ζητώ την άδεια σας να το «γενικεύσω» δανειζόμενος τα ονόματα από ένα ποίημα και πάλι του Σαχτούρη) μιας και σε αυτή την άλλη ζωή, την μακρινή, θα μετονομαστεί σε «ακτή» και «Κυριακή». «Ακτή», για να περιέχει την μοναξιά της απεραντοσύνης. «Κυριακή», για να περικλείει την θλίψη ενός επαναλαμβανόμενου μικρού τέλους, για να περικλείει το πηλίκον της μεγάλης διαίρεσης της αιωνιότητας με τον θάνατο, του ονείρου με την επιθυμία.

Μια ιστορία λοιπόν, στους πίνακες του φίλου μου Γιώργου Πανουτσόπουλου, πίσω από τα χρώματα που διαχέονται μεταξύ τους σε μια αρμονική αέναη ερωτική σύμπτυξη, απλόχερη, χωρίς μιζέρια, προκαταλήψεις ή στέρηση.

-Γιώργος Μαρκόπουλος

«Πορεία προς τη στιλπνότητα» θα μπορούσε να ονομάσει κανένας την ζωγραφική του Γιώργου Πανουτσόπουλου. Γιατί, μέσα από τον διηνεκή μεταβατισμό του και την νομοτελειακή εξέλιξη των θεμάτων πού τον απασχολούν, διακρίνεται καθαρά ή προσπάθεια του εναντίον των καθιερωμένων -άρα στατικών και φθοροποιών- σχημάτων, για μια συνεχή τροποποίηση της φόρμας προς το εξαίσιο και νεώτερο.

Στο έργο του δεν παρατηρούνται τάσεις για την εξυπηρέτηση μιας οποιασδήποτε σχολής. Άλλωστε δεν είναι καιρός για σχολές σήμερα. Απλώς έχουμε την μοντέρνα φόρμα, ή οποία είναι πάντοτε φιγούρα και ποτέ ανεικονική. Επί πλέον φιγούρα ζωντανή, κινητική και υπονοούσα μια ακατάπαυστη εσωτερική διεργασία. Εικόνες, συχνά, παραμορφωμένες από τη βαθειά τους προβληματική, τρισδιάστατες και τετραδιάστατες, καθώς αναζητούν την βαθύτερη ουσία τους μέσα στο χώρο και το χρόνο…….

-Ηλίας Κεφάλας

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθρο07 Δεκεμβρίου Echorama History
Επόμενο άρθρο10 Δεκεμβρίου Echorama History
Ο Κώστας Χριστοφιλόπουλος γεννήθηκε στη Δάφνη Μεσσηνίας και κατοικεί στη Νέα Πεντέλη. Είναι ποιητής και συγγραφέας ταξιδιωτικών κειμένων, δημοσιογράφος μέλος της Ε.Σ.Η.Ε.Α., παραγωγός τηλεοπτικών εκπομπών και ντοκιμαντέρ. Τακτικός αρθρογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά για θέματα πολιτικής, πολιτισμού και περιηγήσεων.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here